Sidebilder
PDF
ePub

The wisdom, force, and fortitude, breathed into your hearts by the immortal Gods. Preserve them with equal constancy; and your return, I promise you, shall not have been more glorious from Salamis than from Samos.-W. S. LANDOR.

MONDAY, MARCH 13.

Into English Prose. Τούτων δε γιγνομένων, οι μεν αδικούντες τεύξονται της μεγίστης τιμωρίας οι δ' αναίτιοι ελευθερωθήσονται υφ' υμών, ώ Αθηναίοι, και ουχ ως αδικούντες άπολούνται. υμείς δε κατά τον νόμον ευσεβούντες και ευορκούντες κρινείτε, και ου ξυμπολεμήσετε Λακεδαιμονίοις, τους εκείνους εβδομήκοντα ναύς αφελομένους και νενικηκότας, τούτους απολλύντες ακρίτους παρά τον νόμον. Τί δε και δεδιότες σφόδρα ούτως επείγεσθε και ή, μη ουχ υμείς, όν αν βούλησθε, αποκτείνετε και ελευθερώσητε, αν κατά τον νόμον κρίνετε, αλλ' ουκ αν παρά τον νόμον, ώσπερ Καλλίξενος την βουλήν έπεισεν, ές τον δήμον εσενεγκεϊν μιά ψήφω; Αλλ' ίσως άν τινα και ουκ αίτιον όντα αποκτείναιτε, μεταμελήσει δε ύστερον. αναμνήσθητε, ως αλγεινόν και ανωφελές ήδη εστι· προς δ' έτι και περί θανάτου εις ανθρώπους ημαρτηκότες. Δεινά δ αν ποιήσαιτε, ει 'Αριστάρχω μεν, πρότερον τον δήμον καταλύοντι, είτα δε Οινόην προδιδόντι Θηβαίοις, πολεμίοις oύσιν, έδoτε ημέραν απολογήσασθαι, ή έβούλετο, και ταλλα κατά τον νόμον προϋθετο τους δε στρατηγούς, τους πάντα υμίν κατά γνώμην πράξαντας, νικήσαντας δε τους πολεμίους, των αυτών τούτων αποστερήσετε. Μη υμείς γε, ώ Αθηναΐοι· αλλ' εαυτών όντας τους νόμους, δί ους μάλιστα μέγιστοί έστε, φυλάττοντες, άνευ τούτων μηδεν πράττειν πειράσθε. Επανέλθετε δε και επ' αυτά τα πράγματα, καθ' & και αι αμαρτίαι δοκούσι γεγενήσθαι τους στρατηγούς. Επει γάρ κρατησαντες τη ναυμαχία ες την γην κατέπλευσαν, Διομέδων μεν εκέλευεν, αναχθέντας επί κέρως άπαντας αναιρείσθαι τα ναυάγια και τους ναυαγούς: 'Ερασινίδης δε, επί τους ές Μιτυλήνην πολεμίους την ταχίστην πλεϊν άπαντας: Θρασύλος δ' αμφότερα αν έφη γενέσθαι, αν τας μεν αυτού καταλίπωσι, ταϊς δε επί τους πολεμίους πλέωσι· και, δοξάντων τούτων, καταλιπείν τρείς ναύς έκαστον εκ της αυτού ξυμμορίας, των στρατηγών οκτώ όντων, και τας των ταξιάρχων δέκα, και τας των Σαμίων δέκα, και τας των ναυάρχων τρείς. Αύται άπασαι γίγνονται επτα και τετταράκοντα, τέτ. ταρες περί εκάστην ναύν των απολωλυιών, δώδεκα ουσών. Τών δε καταλειφθέντων ταξιάρχων ήσαν και Θρασύβουλος και Θηραμένης, δς εν τη προτέρα εκκλησία κατηγόρει των στρατηγών. ταϊς δε άλλαις ναυσιν έπλεον επί τας πολεμίας. Tί τούτων ουχ ικανώς και καλώς έπραξαν; Ουκούν δίκαιον, τα μεν προς τους πολεμίους μη καλώς πραχθέντα, τους προς τούτους ταχθέντας υπέχειν λόγον τους δε προς την αναίρεσιν, μη ποιήσαντας, και οι στρατηγοί εκέλευσαν, διότι ουκ ανείλοντο, κρίνεσθαι.--XENOPHON’s History of Greece.

WEDNESDAY, MARCH 15.

Into Greek I ambics.

Agamemnon. Ye Gods who govern here ! do human

pangs
Reach the pure soul thus far below ? do tears
Spring in these meadows ?

Iphigeneia. No, sweet father, no
I could have answered that; why ask the Gods?

Agamemnon. Iphigeneia! O my child! the Earth Has gendered crimes unheard-of heretofore,

And Nature may have changed in her last depths,
Together with the Gods and all their laws.
Iphigeneia. Father! we must not let you here con-

demn;
Not, were the day less joyful: recollect
We have no wicked here : no king to judge.

W.S. LANDOR.

FRIDAY, MARCH 17.

Into English Prose.

Quo ut veni, hostem ab Antiochiâ recessisse, Bibulum Antiochiæ esse cognovi : Deiotarumque confestim jam ad me venientem cum magno et firmo equitatu et peditatu, et cum omnibus suis copiis, certiorem feci, non videri esse causam, cur abesset a regno: meque

ad

eum, si quid novi forte accidisset, statim literas nuntiosque missurum esse. Quumque eo animo venissem, ut utri. que provinciæ, si ita tempus ferret, subvenirem: tum id, quod jam ante statueram, vehementer interesse utriusque provinciæ, pacare Amanum et perpetuum hostem ex eo monte tollere, agere perrexi. Quumque me discedere ab eo monte simulassem, et alias partes Ciliciæ petere, abessemque ab Amano iter unius diei, et castra apud Epiphaniam fecissem : a. d. quartum idus Octobres, quum advesperasceret, expedito exercitu ita noctu iter feci, ut a. d. tertium idus Octobres, quum lucisceret, in Amanum ascenderem ; distributisque cohortibus, et auxiliis, quum aliis Q. frater, legatus, mecum simul; aliis C. Pomptinius, legatus; reliquis M. Anneius, et L. Tulleius, legati præessent: plerosque nec-opinantes oppressimus, qui occisi, captique sunt, interclusi fugâ. Eranam autem, quæ fuit non vici instar, sed urbis, quod erat Amani caput, itemque Sepyram, et Commorin acriter et diu repugnantes. Pomptinio illam partem Amani tenente, ex antelucano tempore, usque ad horam diei decimam, magnâ multitudine hostium occisa, cepimus; castellaque sex capta; complura incendimus. His rebus ita gestis, castra in radicibus Amani habuimus apud Aras Alexandri quatriduum; et in reliquiis Amani delendis, agrisque vastandis, quæ pars ejus montis meæ provinciæ est, id tempus omne consumpsimus. Confectis his rebus, ad oppidum Eleutherocilicum Pindenissum exercitum adduxi; quod quum esset altissimo et munitissimo loco, ab iisque incoleretur, qui ne regibus quidem umquam paruissent; quum et fugitivos reciperent, et Parthorum adventum acerrime exspectarent: ad existimationem imperii pertinere arbitratus sum, comprimere eorum audaciam : quo facilius etiam ceterorum animi, qui alieni essent ab imperio nostro, frangerentur-CICERONIS Epistola.

FRIDAY, MARCH 17.

Into Latin Elegiacs.

Ah! why, unfeeling Winter, why

Still flags thy torpid wing ?
Fly, melancholy season, fly,

And yield the year to Spring.

When on the mountain's azure peak

Alights her fairy form,
Cold blow the winds--and dark and bleak

Around her rolls the storm.

If to the valley she repair

For shelter and defence,
Thy wrath pursues the mourner there,

And drives her weeping thence.

She seeks the brook, the faithless brook,

Of her unmindful grown,
Feels the chill magic of thy look,
And lingers into stone.

JAMES MONTGOMERY.

MONDAY, MARCH 20.
Into Latin Hexameters.

What horror 's this that dwells upon the plain,
And thus disturbs the Shepherd's peaceful reign ?
A dismal sound breaks through the yielding air,
Forewarning us some dreadful storm is near.
The bleating flocks in wild confusion stray,
The early larks forsake their wandering way,
And cease to welcome in the new-born day.
Each nymph, possest with a distracted fear,
Disorder'd hangs her loose dishevel'd hair.
Ye tender lambs, stray not so fast away,
To

weep and mourn together let us stay;
O'er all the universe let it be spread,
That now the shepherd of the flock is dead.
The royal Pan, that shepherd of the sheep,
He, who to leave his flock did dying weep,
Is gone, ne'er to return from death's eternal sleep.

OTWAY.

WEDNESDAY, MARCH 22.

Into Latin Prose.

Men of honour should endeavour only to please the worthy, and the man of merit should desire to be tried only by his peers. I thought it a' noble sentiment which 'I heard yesterday uttered in conversation; I know, said a gentleman, a way to be greater than any man: if he has worth in him, I can rejoice in his superiority to me; and that satisfaction is a greater act of the soul in me, than any in him which can possibly appear to me. This thought could not proceed but from a candid and generous spirit; and the approbation of such minds is what may be esteemed true praise : for with the common rate of men there is nothing commendable but what they themselves may hope to be partakers of, and arrive at: but the motive truly glo

« ForrigeFortsett »